ευζωά

εὐζωά, ἡ (Α)
βλ. ευζωία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔζωα — εὔζωος living long neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευζωία — η (ΑΜ εὐζωΐα, Α ποιητ. τ. εὐζῴα και εὐζωά) [εύζωος] καλή, άνετη ζωή, καλοπέραση («μὴ ἔχειν πόρον εὐζωΐας» το να στερείται, να τού λείπουν οι ανέσεις) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.